Με το κλείσιμο της ακαδημαϊκής χρονιάς, βρισκόμαστε ήδη σε μια άλλη εντελώς κατάσταση. Οι αγώνες που αναπτύχθηκαν φρέναραν κρίσιμους κρίκους των σχεδιαζόμενων αναδιαρθρώσεων: Ανέκοψαν την αλλαγή του κανονισμού του ΕΜΠ που θα απελευθέρωνε την πολεμική έρευνα, μπλόκαραν συνέδρια που νομιμοποιούν την εμπλοκή των ιδρυμάτων, τσάκισαν στην πράξη την καταστολή και τις νομικές «γνωμοδοτήσεις». Και, πάνω απ’ όλα, έσπασαν τη σιωπή, ανοίγοντας τον δρόμο για νέες κινητοποιήσεις σε κάθε ίδρυμα.
Τίποτα απ’ αυτά δεν ήταν δεδομένο και τίποτα δεν είναι ακόμα κερδισμένο. Η έκβαση της μάχης κρίνεται από τη στάση και τη δράση όσων αμφισβητούν την κυρίαρχη πολιτική μέσα στις σχολές και τα εργαστήρια. Γιατί, παρότι η ανάγκη κερδοφορίας καθορίζει τις προτεραιότητες της έρευνας, το αν αυτή η πορεία θα προχωρήσει ανεμπόδιστα ή θα συναντήσει τοίχο αντίστασης δεν το κρίνουν τα μονοπώλια. Το κρίνουν οι ίδιοι οι φοιτητές, οι ερευνητές και οι εργαζόμενοι.
Η χακί ευρωπαϊκή χρηματοδότηση
Πίσω από αυτές τις αλλαγές βρίσκεται μια βαθύτερη διεθνής εξέλιξη. Ο οξυμένος ανταγωνισμός ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα είναι το έδαφος στο οποίο η ΕΕ διαμορφώνει μια συνολική στρατηγική «πολεμικής οικονομίας» και πολεμικής προετοιμασίας. Ταυτόχρονα, η υποβόσκουσα κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου την ωθεί να αναζητά νέα πεδία επένδυσης και στην πρώτη γραμμή βρίσκονται η πολεμική βιομηχανία και η «ασφάλεια». Σε αυτό το πλαίσιο, επιδιώκει να στρέψει την έως χθες «πολιτική» έρευνα σε έρευνα «διττής χρήσης», με την Τεχνητή Νοημοσύνη στην αιχμή του δόρατος.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια, η ΕΕ έχει επενδύσει πάνω από 15 δισ. ευρώ σε έρευνα για την άμυνα και την ασφάλεια. Ειδικά μετά το 2020, οι χρηματοδοτήσεις εκτοξεύονται. Τα σχέδια για το επερχόμενο Horizon προβλέπουν στροφή αποκλειστικά σε έργα «διττής χρήσης», ενώ έως το 2027 σχεδόν το μισό της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης για στρατιωτικούς και κατασταλτικούς σκοπούς θα περνά μέσα από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας (EDF). Το επόμενο Πρόγραμμα – Πλαίσιο για την Έρευνα και την Καινοτομία (FP10, 2028 – 2034) προτείνει επίσημα τη στροφή σε «dual use by design», υπενθυμίζοντάς μας πως η καινοτομία πάντα υπηρετούσε το κεφάλαιο, τώρα αλλάζει μόνο εποχή: Από την κερδοφορία της ειρήνης στην κερδοφορία του πολέμου.
Η ελληνική πολεμική μηχανή
Αυτή η ευρωπαϊκή στροφή διαμορφώνει ένα ελληνικό οικοσύστημα έρευνας για άμυνα, ασφάλεια και «διττή χρήση» που δένει τη στρατιωτική βιομηχανία, την Ενέργεια, τις μεταφορές και τις τηλεπικοινωνίες, με πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, startups, κρατικούς φορείς, σώματα ασφαλείας και στρατιωτικές μονάδες, ακόμη και δήμους και Περιφέρειες. Αυτό το οικοσύστημα είναι μια πολεμική μηχανή, με καύσιμο την αυξανόμενη ευρωπαϊκή, ΝΑΤΟική και εθνική χρηματοδότηση.
Συγκεκριμένα, η ελληνική συμμετοχή την τελευταία εικοσαετία αφορά 430 ευρωπαϊκά έργα συνολικού προϋπολογισμού σχεδόν 4 δισ. ευρώ. Από αυτά, πάνω από 325 εκατ. κατευθύνθηκαν στο ελληνικό οικοσύστημα φέρνοντας την Ελλάδα στην 3η θέση ως συντονίστρια έργων στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας (EDF) για το 2021-2024, με πάνω από 75 φορείς και απορροφώντας περίπου 80 εκατ. ευρώ, ενώ στο EDF 2025 η ελληνική παρουσία υπάρχει στο 59,6% των χρηματοδοτούμενων έργων.
Ανάμεσα στις συνεργασίες που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ τα τελευταία χρόνια, πιο χαρακτηριστική είναι η συνεργασία με το κράτος – δολοφόνο του Ισραήλ: 49 κοινά έργα, πάνω από 200 εκατ. ευρώ. Με μια χώρα που διαπράττει γενοκτονία και λειτουργεί ως παγκόσμιο κέντρο τεχνογνωσίας στην ηλεκτρονική παρακολούθηση. Μάλιστα, 17 από αυτά τα έργα υλοποιούνται σε συνεργασία με το ΚΕΜΕΑ, το Κέντρο Μελετών Ασφάλειας του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. Παράλληλα, 6 έργα και 87 εκατ. ευρώ δένουν το ελληνικό οικοσύστημα με το ΝΑΤΟ για τη θαλάσσια ασφάλεια, ραντάρ μεγάλης εμβέλειας, πλατφόρμες διοίκησης και ελέγχου, μη επανδρωμένα μέσα. Στο πρόγραμμα DIANA, ελληνικοί τεχνοβλαστοί χρηματοδοτούνται για υποθαλάσσια επιτήρηση, ανίχνευση drones και σμήνη αυτόνομων drones. Και την ίδια στιγμή, 18 έργα άνω των 66 εκατ. ευρώ με την Τουρκία, ενώ η σύμμαχος στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ τουρκική άρχουσα τάξη αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα και νησιά στο Αιγαίο. Ταυτόχρονα το ΕΛΚΑΚ με χαρτοφυλάκιο άνω των 88 εκατ. ευρώ χρηματοδοτεί πολεμική βιομηχανία, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και νεοσύστατες επιχειρήσεις (startups) για εφαρμογές από αναγνώριση στόχων με ΤΝ, σμήνη drones, πληροφοριακό πόλεμο μέχρι έργα δεκάδων εκατομμυρίων (δορυφόρος ISR, περιπλανώμενα πυρομαχικά, ηλεκτρονικός πόλεμος) για άμεση αξιοποίηση από τις Ενοπλες Δυνάμεις.
Το πανεπιστήμιο του πολέμου
Στην έρευνα, η μετακίνηση αυτή, μαζί με τους πετσοκομμένους προϋπολογισμούς και τις πενιχρές υποτροφίες, γιγαντώνει την εξάρτηση των ερευνητικών ομάδων από τέτοια έργα, για τον πόλεμο των ιμπεριαλιστών, στο όνομα της «αυτοχρηματοδότησης». Έτσι ενισχύονται τα πεδία του πολέμου και «στεγνώνουν» τα υπόλοιπα: Προβάδισμα παίρνουν η κυβερνοασφάλεια, η «αντιτρομοκρατία», τα drones, τα «έξυπνα» όπλα. Και οι ανθρωπιστικές επιστήμες; Αναλαμβάνουν το «περιτύλιγμα», τις «κοινωνικές» και «ηθικές» διαστάσεις της καταστολής και του πολέμου, ώστε όλη η στροφή να γίνεται αποδεκτή, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκεται να διαχειριστούν τις συνέπειες από τις κρίσεις, τους πολέμους κ.τ.λ. (προσφυγικό, μεταναστευτικό, κ.ά.). προς όφελος των καπιταλιστών και του κράτους τους.
Οι πολεμικές ιεραρχήσεις διευρύνουν ένα χάσμα που ήδη υπάρχει: όσο περισσότεροι πόροι πάνε σε πολεμικά έργα, τόσο μένουν πίσω προσωπικό, υποδομές, μέριμνα, οι πραγματικές ανάγκες φοιτητών, ερευνητών και εργαζομένων. Πεδία και ολόκληρα εργαστήρια που δεν χωράνε στην πολεμική οικονομία κρίνονται «μη επιλέξιμα», οδηγούνται σε υποχρηματοδότηση, απαξίωση της γνώσης που παράγουν και οι σπουδές πλέον θα στρέφονται σε δεξιότητες χρήσιμες για πολεμικά έργα. Ταυτόχρονα, οξύνεται η εντατικοποίηση: Εξαντλητικά ωράρια, ασφυκτικά deadlines, καθεστώς «παροχής υπηρεσιών», επιτήρηση με κάμερες και κάρτες εισόδου, την ώρα που μέτρα υγείας και ασφάλειας παραμερίζονται. Στο «πανεπιστήμιο του πολέμου» – το οποίο αναπτύσσεται στο έδαφος της έντασης της επιχειρηματικής λειτουργίας – δεν χωρούν πλέον φωνές αμφισβήτησης: Προωθούν πειθαρχικά και αντιδραστικά μέτρα, διαγραφές, καθηγητές – «ανακριτές», κάμερες και συστήματα επιτήρησης, απαγορεύσεις εκδηλώσεων, «παρατάξεις» – μακρύ χέρι του κράτους, όλα αυτά για να επιβληθεί σιγή νεκροταφείου.
Λέει η γλώσσα και τα μέτρα της εμπλοκής στα προγράμματα των ιμπεριαλιστών: «Πρόκειται για το εθνικό συμφέρον, την άμυνα απέναντι στην Τουρκία. Η πολεμική χρηματοδότηση σώζει τα ιδρύματα, αν δεν την πάρουμε εμείς θα την πάρει άλλος. Και τέλος πάντων, η χρήση είναι διττή, όχι μόνο πολεμική, ο ερευνητής δεν πρέπει να έχει λόγο για το πού θα καταλήξει η δουλειά του». Σχετικά με την άμυνα απέναντι στην Τουρκία δεν λύνουν τίποτε τα αστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, γιατί όλοι στη Βουλή, εκτός από το ΚΚΕ, έχουν ψηφίσει κείμενα όπου κουμάντο κάνει το ΝΑΤΟ, στο οποίο συμμετέχει και η Τουρκία. Έχουν στόχο όπως λένε: Να προωθηθεί εναρμόνιση του Εθνικού με τον Συμμαχικό Αμυντικό Σχεδιασμό ΝΑΤΟ – ΕΕ τόσο ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα όσο και ως προς τη διαδικασία, τη μεθοδολογία προσδιορισμού των απαιτήσεων, μέσων και δυνατοτήτων. Επίσης επιδιώκουν «να αυξηθεί η αποδοτικότητα των ΕΔ με τους διατιθέμενους πόρους, διατηρώντας υψηλής επιχειρησιακής αξίας δυνάμεις κατάλληλες και για εθνικές, αλλά και για Συμμαχικές αποστολές».
Συμμαχικές αποστολές, σημαίνει αυτό που γίνεται σήμερα δηλαδή συμμετοχή στους πολέμους των ιμπεριαλιστών και στη σφαγή των λαών.
Στην ουσία, λένε ένα πράγμα: Ότι το πανεπιστήμιο μπορεί και πρέπει να επιβιώσει μόνο ως γρανάζι της πολεμικής μηχανής και υπεργολάβος της πολεμικής βιομηχανίας. Οι στρατιωτικές συμμαχίες με τους ιμπεριαλιστές δεν θωρακίζουν τον λαό αλλά τον βυθίζουν μέσα στη μαυρίλα και τις καταστροφές των λαών. Η οικονομική ασφυξία των ιδρυμάτων δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι η πολιτική επιλογή που με το ένα χέρι στεγνώνει ό,τι δεν αποδίδει κέρδος, με το άλλο ποτίζει ό,τι υπηρετεί τον πόλεμο. Έτσι ο προϋπολογισμός σε πολλά ιδρύματα δεν φτάνει ούτε για το ρεύμα, περισσεύει όμως για κάμερες, σεκιούριτι και πολεμική έρευνα. Και η «διττή χρήση»; Δεν πρόκειται για δύο χωριστά κομμάτια, ένα «καλό» κι ένα «κακό», που διαχωρίζονται εκ των υστέρων ώστε να κρατηθεί μόνο το πρώτο. Είναι μία και η αυτή τεχνολογία, με τη φονική χρήση δεμένη μέσα της από τον ίδιο τον σχεδιασμό. Αναφέρουμε ένα παράδειγμα από προτάσεις της αστικής τάξης που μιλάνε για την κατασκευή drones, τα οποία ανήκουν στη λεγόμενη διττή βιομηχανία. Καθορίζεται λοιπόν εκ των προτέρων η παραγωγή τους να εναρμονιστεί με εθνικές και διεθνείς στρατηγικές. Οι στρατηγικές διαμορφώνονται σε άμεση σύνδεση με πρωτοβουλίες και θεσμικά κείμενα. Ανάμεσα στα άλλα, αναφέρονται να εναρμονιστεί η παραγωγή τους με προτάσεις του ΝΑΤΟ, της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Άμυνας (EDA). Επίσης να αξιοποιούνται για την παρακολούθηση συγκεντρώσεων και συλλαλητηρίων από τους μηχανισμούς της κυβέρνησης και του κράτους. Τελικά όλα τα παραπάνω συνδέονται με συμβάσεις, ρήτρες εμπιστευτικότητας και περιορισμό δημοσιεύσεων. Η «ακαδημαϊκή ελευθερία», όπως την ορίζουν, γίνεται στην πράξη η ελευθερία του πολέμου να αξιοποιεί την επιστήμη. Κανένας επιστήμονας, καθηγητής, φοιτητής, σπουδαστής, δεν πρέπει να δεχτεί τέτοιες απάνθρωπες επιλογές. Η επιστήμη και οι επιστήμονες πρέπει να εξυπηρετούν τις ανάγκες του λαού και τις ηθικές αρχές μας. Χρήματα πρέπει να δίνονται από το κράτος για όλες τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης. Να γίνει πράξη το αίτημα του λαού μας για δημόσια και δωρεάν Παιδεία, Υγεία και Πολιτισμό.
Ο αντίπαλος δεν είναι παντοδύναμος. Ούτε στα ΑΕΙ, ούτε στα ερευνητικά κέντρα. Κάθε φορά που συναντά εμπόδια από φοιτητές, ερευνητές και εργαζόμενους, η εμπλοκή σκοντάφτει, το δείχνει η καθυστέρηση της ΝΑΤΟικής έρευνας στο ΕΜΠ, το μπλοκάρισμα των «σεμιναρίων πολέμου» στο ΙΔΙΣ.
Η στάση μας μετράει. Αλλιώς δεν θα έριχναν τόσο βρώμικο μελάνι στον αστικό Τύπο, δεν θα εξαπέλυαν τόσο λυσσαλέες επιθέσεις και αντικομμουνισμό από υπουργεία, διοικήσεις και καθηγητές – υπερασπιστές της εμπλοκής. Δεν θα έβαζαν τους νομικούς συμβούλους να δουλεύουν και τα Σαββατοκύριακα και δεν θα απαγόρευαν εκδηλώσεις της «Πανσπουδαστικής» και της ΚΝΕ στο ΕΚΠΑ.
Γι’ αυτό, τώρα, χρειάζεται οργάνωση: Στα σωματεία, στους συλλόγους. Και χρειάζεται να δυναμώσει η ταξική πρωτοπορία μέσα στην έρευνα, ειδικά σε συνθήκες όλο και πιο σκληρής καταστολής και επιτήρησης. Να ενισχυθούν οι Οργανώσεις του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, μιας μαχητικής δύναμης μέσα στην επιστήμη, που παλεύει ώστε η γνώση να πάψει να θωρακίζει όσους μας σπρώχνουν σε νέους πολέμους και να υπηρετήσει τις κοινωνικές ανάγκες, τον σοσιαλισμό.
Τα μέλη του ΚΚΕ και της ΚΝΕ στα ιδρύματα μπαίνουν μπροστά μαχητικά και πρωτοπόρα για να κινητοποιηθούν ευρύτερες δυνάμεις, δεν σκύβουν το κεφάλι, δεν λυγίζουν σε εκβιασμούς και απειλές. Προχωρούν σε παρεμβάσεις στα όργανα, αποκαλύψεις συμβάσεων, μπλοκάρισμα σεμιναρίων και στρατιωτικών προγραμμάτων, ζωντάνεμα των συλλόγων. Αποδεικνύουν ότι μέσα στα ιδρύματα μπορεί να υπάρξει οργανωμένη, ανυποχώρητη αντίσταση. Όχι ως «ηθικό παράδειγμα», αλλά ως μέρος μιας βαθιά ταξικής αναμέτρησης: σε ποιανού τα χέρια και προς όφελος τίνος θα μπαίνει η επιστήμη: των μονοπωλίων και των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών, ή των κοινωνικών αναγκών.
Για να μη ζήσουμε ένα πανεπιστήμιο πλήρως υποταγμένο στην πολεμική μηχανή, υπάρχει μία πραγματική διέξοδος: Η κοινωνία στην οποία η έρευνα ανήκει σε αυτούς που την παράγουν, τους εργαζόμενους επιστήμονες και τον λαό. Αυτή είναι η αληθινή ελευθερία της γνώσης. Και γι’ αυτήν αξίζει να παλέψουμε, μέσα κι έξω από τα ιδρύματα.








































